Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2009

Ι.

  • Μέρες αργές, και πιο αργές του Οκτωβρίου

  • αυτές οι μέρες που περνούν· επιβιώνω

    μετά τον έρωτα, την ποίηση, τον πόνο,

    με λίγες μόνο αμυχές προτέρου βίου.

Κυλούν οι ώρες σ' ένα πέλαγος Κυρίου,
χάρτινοι κόσμοι κυματίζουν, επανδρώνω

παλιά απόρρητα γραμμένα σ' άλλο χρόνο,

κάτι κρυφούς εορτασμούς εργαστηρίου,

κι αύτανδρος μέσα μου βυθίζομαι. Πατέρα
άλλον δεν είδα να με θέλει πο κοντά του

απ' τον απρόσιτο προσήγορο αιθέρα·

κι όλα που κράτησα πατρώα και μητρώα,
όσα μιλούσαν κι όσα σώπασαν αθρόα,

καίνε στον ύπνο μια παράσταση θανάτου.

ΙΙ.

  • Τα σεραφείμ, τα χερουβείμ, οι μαύρες σκέψεις,

  • μέσα στο λίγο που κοιμάμαι συγυρίζουν·

    βάζουν παράθυρα της νύχτας, ευμενίζουν

    κλεισμένες πόρτες - περιμένουν επισκέψεις.

Κι ας διαφωνώ με τόση πένθιμη σοφία,
φιλοτεχνώ πειθήνια σε κάποιο βάζο

λουλούδια της γεντιανής κι επισκευάζω

ημερολόγια, αισθήματα, λοφία.

Λέω, θ' ανοίξει σαν αυλαία τ' όνειρό μου,
και θα παιχτεί ξανά ο πρώτος εαυτός μου,

θ' αποδοθεί επακριβώς και θα τελειώσει·

κι αυτό το άθλιο παράπηγμα του τρόμου,
αυτό το θέατρο του ειπωμένου κόσμου,

με μια πνοή βρεγμένου δρόμου θα παλιώσει.

ΙΙΙ.

  • Κάποτε θα 'φτασα ψηλα στην ομορφιά·

  • ακόμη βλέπω το κενό να κατεβάζει

    πυρακτωμένο φως, κι ο ύπνος αποστάζει

    πυρήνες κόσμου γαληνεύοντας βαθιά.

Μα τόσος κόπος, τόσος θάνατος, παρείλκε:
έτσι κι αλλιώς ο τόπος θα 'πιανε τραγούδι,

μόλις αμίλητος στα χείλη σαν το χνούδι,

κι αρκούσε λίγος Σολωμός ή λίγος Ρίλκε.

Ό,τι ευτύχησα να πάθω περιττεύει,
ό,τι καρπώθηκα νωρίς με καταργεί·

ένα απόγευμα ζωής να με μαγεύει,

μια καλοσύνη της ακάλεστης κι αργή,
και το τραγούδι ανεπίδοτο θ' ανέβει

μέσα σε νάρκη φθινοπώρου και σιγή.

ΙV.

  • Ο ουρανός δεν έχει άλλες ιστορίες,

  • άλλο σκοτάδι, φως κρυφό που δεν ειπώθη,

    άλλη ψυχή να του χαλάμε για να κλώθει

    πολέμους, έρωτες, λαμπρές εκεχειρίες.

Όμως απόψε που είχε θέατρο να φύγει,
πορφύρας άπλωμα για την υπόκλισή του,

με πυρπολεί το φως με δάφνες του απροσίτου,

όλα ισχύουν και μια δόξα τα τυλίγει.

Όλα πυργώνουν, πάλι πέφτουν, και βραδιάζει
στα χρονικά του έρωτα και του θανάτου,

σκόνη και σκύβαλα, συντρίμματα και χνώτα·

ένα μικρό παιδί μες στα σκεπάσματά του
ανοίγει πάλι λίγο κόσμο και διαβάζει

πριν κοιμηθεί σ' ένα παράπονο από φώτα.

V.

  • - Αλλοτε θα 'παιρνες αργόπλοα τα χρόνια

  • όπως ανέβαιναν του ύπνου το ποτάμι·

    θαμποί παράδεισοι θα 'φεγγαν απ' το τζάμι,

    όχθες με λίκνισμα του θέρους και τριζόνια.

Τώρα στο βύθισμα του υπνοδότη νόμου
ακούς τη φρίκη των βωμών, όλους τους κρότους

του σαρκασμού, και στην αργή καρδιά του σκότους

μετρά τις μέρες η κραυγή του υλοτόμου.

- Αλλοτε, τώρα, χρόνια μπρος και χρόνια πίσω,
ασκώ μια μάταιη χημεία· τις εικόνες

τις εμφανίζει ο ουρανός - και ποιόν θα πείσω·

όταν κοιμάμαι κι ονειρεύεσαι αιώνες,
πρώτο μου πρόσωπο κομμένο στους αγκώνες,

μαντεύω λίγο ουρανό για ν' αγαπήσω.

VΙ.

  • Φτάνοντας, στάθηκε πριν μπει· από τις γρίλιες
    το ξεχασμένο φως σκορπούσε θαλπωρή
    έξω στο δρόμο που ξημέρωνε· μπορεί
    σαν από πλήκτρα τ' ουρανού ν' άκουσε τρίλιες,

και σαν το θρόισμα ομήγυρης που χίλιες
και μία νύχτες γιόρτασε κι αποχωρεί·
κι ίσως φαντάστηκε να σβήνουν οι χοροί,
οι τελευταίες - σ' ένα βύθισμα - καντρίλιες.

Κάποιο σκοτάδι του σπιτιού τους είχε πάρει,
σε κάποιο γύρισμα καιρού είχαν χαθεί·
γιατί ανοίγοντας την πόρτα, στο βαθύ

που πήρε η ημέρα να χαράζει κεχριμπάρι,
είδε μεμιάς όπως αστράφτει ένα σπαθί
τη δόξα όλη να 'χει φύγει και τη χάρη.

VΙΙ.

  • Ένα συναίσθημα αργό, καθώς τελειώνει
    κάτι που άρχισε - δεν ξέρω πόσα χρόνια·
    κι είναι νωρίς ακόμη· νύχτες με τριζόνια
    θα 'ρθουν πολλές, και πάντα η μνήμη θ' αλλοιώνει.

Είναι πολύ νωρίς, κι η μνήμη που αραδιάζει
θαμπές μορφές απ' το βιβλίο των νεκρών,
αποτραβιέται, σαν σε γύρισμα νερών,
μ' ένα συναίσθημα αργό καθώς βραδιάζει.

Να 'ναι το σχήμα της θλιμμένης εποχής,
να 'ναι το σπίτι στη βροχή που σαν θαλάμη
μαζεύει φόβο, κι ο βυθός μιας ενοχής;

Κλείνω στο χέρι μου μια παιδική παλάμη,
και απαλά μέσα στον ύπνο της ψυχής
με νανουρίζει χαμηλόφωνο ποτάμι.

VΙΙΙ.

  • Κάποτε γίνεται ο φόβος του θανάτου
    ύπνος βαθύς και τον σκεπάζει ο Τειρεσίας·
    σαν νυχτοφύλακας σε ώρα υπηρεσίας
    που αποκοιμήθηκε στην άγρυπνη σκιά του.

Γι' αυτό προσφεύγουμε στη λύπη των ονείρων
μ' ένα υπόλοιπο ντροπής κι αθανασίας,
κι ο μελανόπτερος επάνω μας σωσίας
άλλοτε σκύβει λυρικός κι άλλωτε είρων.

Κι όταν βραδιάζει σαν αθώωση του ασώτου,
κι ο ουρανός μετεωρίζεται και παίρνει
όλο το μέσα της ζωής για να νυχτώσει,

είναι επόμενο να στρέφουμε με τόση
πνοή στη μαντική του δύναμη, ωσότου
ο σπαραγμός του την καινούρια μέρα σπέρνει.

ΙΧ.

  • Ξέρω πως θα 'ρθει και δεν θα' μαι όπως είμαι,
    να τον δεχτώ με το καλύτερο παλτό μου·
    μήτε σκυμμένος στις σελίδες κάποιου τόμου,
    εκεί που υψώνομαι να μάθω ότι κείμαι.

Δεν θα προσεύχομαι σε σύμπαν που θαμπώνει,
δεν θα ρωτήσω αναιδώς, που το κεντρί σου;
γονιός δεν θα 'ναι να μου πει, σήκω και ντύσου
καιρός να ζήσουμε, παιδί μου, ξημερώνει.

Θα 'ρθει την ώρα που σπαράσσεται το φως μου,
κι εκλιπαρώ φανατικά λίγη γαλήνη,
θα 'ρθει σαν πύρινο παράγγελμα που λύνει

όρους ζωής και την αδρή χαρά του κόσμου·
δεν θα μαζεύει ουρανό για να με πλύνει,
δεν θα κρατά βασιλικό ή φύλλα δυόσμου.

Χ.

  • Πολλά τα θραύσματα κι ανεύρετα· οι πόνοι
    δεν έχουν τίποτε να πουν για την πληγή·
    κάποιο σκοτάδι σου θα είχε διαρραγεί,
    για να θυμάσαι τέτοιο φως να σε σηκώνει.

Και πριν τα λόγια της αγάπης γίνουν σκόνη,
πως μεσιτεύουν οι σιωπές κι αυτομολείς
στον ουρανό, που καθρεφτίζεται πολύς,
και στον αιθέρα που παρήγορα νυχτώνει.

Κοιτάς, κι αμίλητος ο έναστρος καθρέφτης,
πέρα στη νύχτα, τόσο απέραντα παρών,
σε υποδέχεται βαθαίνοντας, και πέφτεις,

ο αφανής των κοσμημένων ημερών,
με τη βαρύτητα της πρώτης απορίας,
εδώ παράμερος, εκεί ψηλά παριάς.

ΧΙ.

  • Σου γράφω μέσ' από παράθυρα κλειστά,
    εγώ που γιόρτασα πολύ με τους απέξω·
    κι ένα που έστειλες απόψε για να παίξω
    αγάπης φάντασμα, τι κόσμο συνιστά;

Σου γράφω ξέροντας, τα λόγια λιγοστά,
κλεισμένα βλέφαρα, σβησμένα μάτια - έξω
βραδιάζει δίχως αυτουργούς· σε τι να φταίξω,
ένας σωρός θλιμμένη σάρκα και οστά;

Μαντεύω πάνω μου το σχήμα τ' ουρανού,
και στο δωμάτιο πλανάται κάποιος πόνος:
είναι δικός μου, είναι μήπως αλλουνού;

Πριν κοιμηθώ σε συλλαβίζω επιμόνως,
Αγνή, Νάστια, Καρένινα, μαντάμ Αρνού.
Ποτέ δεν έμαθα να ζω τελείως μόνος.

ΧΙΙ.

  • Επικρατούσε μια θλιμμένη ποικιλία,
    εκεί που έδυε το φως των ουρανών,
    κι όπως στα νύχια σου περνούσες το μανόν,
    ακολουθούσα μια κρυφή συνομιλία.

Θα μας αρκούσε μια γιορτή στη Σικελία,
ή μια παρέλαση εφίππων Ουκρανών·
μ' όλο το άφωνο βάρος των αδρανών
μελών μας πέφταμε νωρίς στην υπνηλία.

Αχαρος πίνακας ασήμαντου ζωγράφου·
να μας τιμούσε ο Μπονάρ ή ο Βερμέρ,
να μη μας έπνιγε η πρόνοια του τάφου.

Να 'ταν κι η θάλασσα η πικροκυματούσα,
να λικνιζόμαστε στους τόνους του La Mer,
κι από τα νύχια ως την κορφή να σε φιλούσα.

ΧΙΙΙ.

  • Οι αφανείς ημέρες, πρόθυμα ωραίες,
    πόσο πιο δύσκολες στη μνήμη από τις άλλες,
    που τις ακούει το μυαλό να σκάβουν σκάλες,
    κι επαγρυπνούν μέσα στον ύπνο σαν κεραίες.

Κι όμως αυτές αφήνουν φως, στις πιο ακραίες
σιωπές του σώματος αργές όπως οι στάλες·
μέρες που πέρασαν αθόρυβα μεγάλες,
τόσο κοινές που δεν θα γίνουν αγοραίες.

Κι όταν ο νους κρυφά τις παίρνει και τις πλάθει,
όπως την ψίχα με τις άκρες των δαχτύλων,
σκέφτεται κάποτε πως ίσως με τα πάθη

που περισσεύουν, όταν θα 'χουν φύγει όλοι,
πάνω στην τράπεζα των ξένων και των φίλων,
βρεθούν μιας τέχνης του εφήμερης οι βόλοι.

ΧΙV.

  • Κι ο ουρανός προς τι τον άρρωστο καιρό,
    στην τόση ένδεια του τώρα και του πέραν;
    Πήγαν στον άνεμο προσκυνητές και φέραν
    εικόνες κόσμου, κι ούτε μια σταλιά νερό.

Κι αυτός ο κόπος της ζωής που καρτερώ,
κι η τόση πρόγνωση εκείνων που δεν ξέραν;
Όσα ποιούμε κατ' εικόνα ημετέραν
και θα μιλούσαν, μια φορά κι έναν καιρό;

Ο μέγας θόλος ένα βύθισμα θανάτου,
ήλιοι, πλανήτες, νεφελώματα που σβήσαν,
και γαλαξίες μακρινοί τα όνειρά του.

Δεν λέω πέθανε, λέω αποκοιμήθη,
μέσα στο έναστρο στερνό του παραμύθι,
κι όλα τα πράγματα θα μείνουν όπως ήσαν.

    • ΧΙV.
  • Αυτό το δέντρο κι ο κρυφός κορυδαλλός του
    κάτι πρεσβεύουν, προ καιρού συμφωνημένο·
    μα εδώ που κάθομαι αιώνες, δεν προσμένω
    κανένα μύνημα φυγής ή κάποιου νόστου.

  • Ξέρω, δεν είναι λειτουργοί μεγάλου αγνώστου,
    να προφητεύουν το κυρίως δεδομένο·
    θάλλουν ανάμεσα στο ίδιο και στο ξένο,
    εκεί που ο κόσμος επαφίεται στο φως του.

  • Μα εδώ στο δέντρο που μου δίνει τη σκιά του,

  • ο χρόνος όλος σαν παράδεισος απλώνει,

  • σε μια παράξενη αναίρεση θανάτου·
  • πέλαγος, ψίθυροι, πλαγιές, αγέρας, κλώνοι,

  • επαληθεύουν, κι επιτέλους ανταμώνει

  • ο προ αιώνων μελωδός τη δέσποινά του.


  • Διονύσης Καψάλης

    Κυριακή, 22 Μαρτίου 2009

    Αγάπη μου.....

    Και να σκεφτείς ότι τη πρώτη φορά που άκουσα για σένα απ'τον Παράσχο, κορόιδευα....
    Γιατί.... ήμουν αλλού....

    Μετά όμως, όχι μόνο 'έφυγα' από εκεί που ήμουν, και ήρθα σε σένα, αλλά ποτέ δε κοίταξα αλλού από τότε! Και η πρόοδος που έχω κάνει..... Uh......


    Θυμάμαι τη πρώτη μέρα. Να προσπαθώ όλο αγωνία να καταλάβω τους κανόνες, τι είναι όλες αυτές οι επιλογές που είχε πάνω πάνω η σελίδα, γιατί όλοι είχαν τόσες χιλιάδες πληθυσμού κι εγώ μόνο 25 citizens όλους κι όλους, τι ακριβώς κάνει ένα Elf Thief... Γιατί αυτό ήμουν. Ήμουν ένα Ξωτικό. Κλέφτης. Πώς θα έπαιρνα περισσότερους citizens; Πώς θα έκριβα 80 εκατομμύρια χρυσού, εγώ, ένα ανύπαρκτο Elf Thief επιπέδου 3...


    Σήμερα, δεν έχει περάσει ένας χρόνος ακόμα από εκείνη τη καλοκαιρινή μέρα του 2008.
    Κι εγώ έχω πληθυσμό 93,786, στρατό 40,040 και μυστικό στρατό 34,692. Και είμαι επίπεδο 63, με 18,180 γύρους για επίθεση. Δηλαδή, σπέρνω. Και αυτό φαίνεται.... απ'τη κατάταξή μου στο παιχνίδι. Overall Rank 7,645. Μπορεί να απέχω ακόμα από τη πρώτη θέση.... Αλλά πριν λίγους μήνες ήμουν στην 4078η σελίδα, και ήμουν 203,856η. Μπορεί να ανέβηκα πατώντας πάνω στα πτώματα όσων ήταν off.. Αλλά κανείς άλλος δε θα κατάφερνε ό,τι κατάφερα εγώ, μέσα σε 8 μήνες. Πλέον με φτάνουν μόνο όσοι έχουν 100.000+ πληθυσμό. Και πάλι μερικοί, όχι όλοι...
    Κανείς δε μ'ακουμπάει, ενώ είναι λίγοι αυτοί που δε μπορώ να ακουμπήσω εγώ.
    Μέχρι και θαυμαστή έχω, που μ'εκανε Legend Member :Ρ




    Η S.O. θα αφήσει ιστορία στο Darkthrone. Η εικόνα της Lucy θα μείνει για πάντα τυπωμένη στο μυαλό όσων δεν τα έχουν παρατήσει ακόμα.


    You were attacked by S.O.
    You lost!

    Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2009

    Θυμήθηκα και χάρηκα

    -σιγά μη χάρηκα-


    ότι μου τη δίνει (από τότε που γεννήθηκα, σύμφωνα με μαρτυρίες) να βρέχομαι.

    Oops

    Ουπς! Ένας Μόγλης!

    μαλάκα....


    Αν και θα έπρεπε να ντρέπομαι, να μιλάω άσχημα για σένα, που στολίζεις τις σχολικές μου μέρες απλά και μόνο με την αδιάφορη παρουσία σου..

    Για λίγο (και ακόμα δε ξέρω γιατί) έκαναν τη παπαριά και μας είχαν όλους μαζί σε ένα τμήμα. Και τότε συνειδητοποίησα ένα μέρος της μαλακίας που σε δέρνει αλύπητα. Και δε το άντεξα.
    Εκτός του ότι η φάτσα σου από μόνη της προετοιμάζει τον άλλο ότι θ'ακούσει μαλακία, ξέρουμε ότι είναι άδικο να κρίνεις τον άλλο μόνο από τη κακομουτσουνιά του. Τελικά όμως τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα.

    Γυρνάς πάντα μ'ένα ύφος, σαν ένας δεύτερος Brad Pitt (των Troll) και δε θέλω να σκεφτώ τι γνώμη μπορεί να έχεις για τον εαυτό σου και γυρνάς έτσι...
    Και ήταν από τις πρώτες σχολικές μέρες της χρονιάς, που είχε έρθει η καινούρια φιλόλογος και προσπαθούσε να συστηθεί που πέταξες την υπέρτατη εξυπνάδα: "και τι μου χρειάζεται εμένα η ιστορία και τ'αρχαία; Εμένα -και σε όλους- χρειάζεται μόνο η φυσική και τα μαθηματικά."
    speak for yourself μογγόλι. Προτιμώ να ξοδέψω μια ώρα στο να προσπαθήσω να πετύχω ένα σπουργίτι με σφεντόνα παρά στο να καταλάβω αν πραγματικά τα εννοούσες αυτά, αν πραγματικά δε βρίσκεις τίποτα το χρήσιμο στα αρχαία και την ιστορία. Ακόμα περισσότερο, ακόμα και αν ο καιρός τα έφερνε ποτέ έτσι και εγώ κι εσύ συζητούσαμε, θα διασκέδαζα αφάνταστα και θα σε κορόιδευα για το ηλίθιο κεφάλι σου και το ακόμα πιο ηλίθιο -αν βέβαια αυτό γίνεται- περιεχόμενό του. Γιατί τι περιμένεις από άτομο που πάει να τη πει και να δείξει απαξίωση στην φιλόλογο για να το παίξει έξυπνος... Όχι ότι η συγκεκριμένη φιλόλογος έχει τίποτα, ούτε και όλοι οι φιλόλογοι. Απλά έχει να κάνει με την ηλιθιότητα του συγκεκριμένου ατόμου.


    Μπουκάρεις στην αίθουσα με τους υπολογιστές.
    "Κυρία εγώ θα κάτσω ελεύθερο στον 5"
    Μπράβο, είσαι ένας πολύ έξυπνος μαλάκας. Γιατί, πού να καταλάβει η καημένη η ανίδεη (που πρέπει να μου πει από πού το αγόρασε το πτυχίο, να πάρω κι εγώ ένα) ότι αυτή είναι 'ορολογία' net cafe.. Μα τι έξυπνο... Η μάνα σου πρέπει να 'ναι πολύ χαρούμενη.
    Πρώτο μάθημα πληροφορικής.
    "ΑΣ ΑΝΟΙΞΩ ΤΟ MOZILLA"
    Ο τρόπος που το φώναζες έδειχνε ότι ήσουν σίγουρος ότι όλοι οι υπόλοιποι μες στη τάξη ήταν τόσο βλάκες που αγνοούσαν την ύπαρξη του firefox.
    "ΜΑ ΚΑΛΑ, ΔΕΝ ΕΧΕΙ MSN??"
    Ο τρόπος που το φώναζες αυτό έδειχνε ότι πρέπει να περνιέσε για πολύ σπουδαίος που ξέρεις ΚΑΙ (ουαου) το msn {τι παιδί είσαι 'συ??!!!!??}.







    Πήγαινε στη λίμνη (διάλεξε μια, ο νομός μας έχει ένα σορό), πάρε ένα περίστροφο, κάτσε στην άκρη σ'ένα ύψωμα και κάνε σ'όλους μας μια χάρη. Η επόμενη μέρα θα ξημερώσει κατα πολύ καλύτερη από τις άλλες.

    Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2009

    Σήμερα, αρρωστημένη Πέμπτη

    Όση ώρα στέγνωνα τα μαλλιά μου καθόμουν και σκεφτόμουν... Διάφορα πράγματα που με νευριάζουν τόσο πολύ όταν συμβαίνουν, που, άλλες φορές θέλω να βάλω τα κλάματα, άλλες να ουρλιάξω, άλλες να ουρλιάξω και να χειροδικήσω κτλ. Αυτό μάλλον επειδή κάθε φορά που βγαίνω από το μπάνιο συμβαίνουν αρκετά από αυτά.


    Το καλύτερο απ'όλα είναι όμως ότι ξέρω ένα άτομο who gives a shit για όλα αυτά τα πράγματα που μ'εκνευρίζουν τόσο. (hi there, Me, i love you =*)
    Δε θέλω να χρησιμοποιήσω κοσμιτικά για καθένα απ'αυτά γιατί θα χρειαστώ πολλά διαφορετικά, και γιατί όλα πάνω κάτω στην ίδια κλίμακα εκνευρισμού κυμαίνονται. Όλα είναι εκνευριστικά, ηλίθια, φαύλα κτλ.
    Οπότε, ξεκινάμε....

    >Μ'αρέσει πολύ το μπάνιο. Πάρα πολύ. Είναι υπέροχο όταν κάθεσαι κάτω από το ζεστό νερό για ώρες γι ασχολείσαι με τον εαυτό σου. Όμως.... νιώθω να γεμίζω οργή όταν δεν έχει ζεστό νερό. Κι εγώ εκείνη την ώρα είτε έκανα μπάνιο και ξαφνικά έφαγα παγωμένο νερό στη μάπα, είτε ετοιμαζόμουν όλο χαρά να κάνω και μετά είδα ότι δεν έχει.
    >Μετά το μπάνιο μισώ τα 10 λεπτά που θ'αφιερώσω για να βουρτσίσω τα μαλλιά μου και πεθαίνω από πόνο και φεύγουν και της πουτάνας τα μάτια από τρίχες.
    >Μετά το βούρτσισμα πρέπει να τα στεγνώσω.. (χώρια άλλους τόσους κόμπους που έχω να ξεμπλέξω κατα τη διάρκεια και μετά το στέγνωμα...) Και τα χέρια μου πρέπει να είναι καθαρά... Οπότε, δεν είναι ακόμα ώρα να βάλω κρέμες. Οπότε, πρέπει να ανεχτώ αυτή τη σκατένια αίσθηση ξηρότητας που έχουν τα χέρια μου και με κάνει να θέλω να τα κόψω και να τα πετάξω.
    >Αφού βάλω κρέμες, το μαρτύριο δε σταματάει. Τα χέρια μου, λόγω της κρέμας, ζεσταίνονται. Το οποίο είναι επίσης απάλευτο.




    αυτά είναι τα εκνευριστικά του μπάνιου. Μετά έχουν σειρά τα everyday εκνευριστικά.


    >Το χειρότερο, που με βασανίζει και από παιδί είναι τα στενά παπούτσια. Αυτα που χρειάζεσε τον Ηρακλή να τα σπρώχνει και τον Κόναν να τα τραβάει για να μπούνε. Τα μισώ. Ποτέ δε μετάνιωσα που τα πετούσα στο τοίχο, τα έβριζα και τα απειλούσα, ότι αν δε μπούνε............. Και ευχόμουν να ήταν ζωντανά για να πραγματοποιήσω τις απειλές. Και σήμερα το πρωί το ίδιο συνέβει.
    >Τις καρμπονάρες που παραγγέλνω ανα τακτά χρονικά διαστήματα. Είναι γιάμι. Αλλά.. (ανατριχιαστική μουσική υπόκρουση) όχι πάντα (κραυγή αγωνίας). Θέκλα, καλή μου, πληρώνω το ίδιο ποσό για τα γαμημένα μακαρόνια και δε θέλω να προσεύχομαι στην Ιερή Αγελάδα για να μου έρθουν νόστιμα. ΚΑΙ ΣΕ ΠΗΛΙΝΟ ΜΠΟΛΑΚΙ GOD DAMMIT. Είναι αηδιάστικς όταν δεν τα ανακατέβεις καλά. Και τις περισσότερες φορές τα καις κιόλας, γιατί έχεις την απαίτηση να έρθω εγώ να τα πάρω για να σου θυμήσω btw να τα βγάλεις από το φούρνο! Να τα φας εσύ.



    Τώρα.... γουργουρίζει η κοιλιά μου από τη πείνα. Πράγμα επίσης εκνευριστικό. Πόσο μάλλον απ'τη στιγμή που όταν συμβαίνει αυτό δε μπορώ να συγκεντρωθώ, άρα θα πρέπει να διακόψω τώρα την κατανομή των εκνευριστικών πραγμάτων.. Δε πειράζει. Άλλη φορά.